Αστικό περιβάλλον · Ατμοσφαιρική ρύπανση
Τζάκια και ξυλόσομπες στην Αθήνα: τι επιτρέπεται και τι σημαίνει για τον αέρα της πόλης

Η χρήση τζακιού και ξυλόσομπας στο πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας–Πειραιά, η νόμιμη διάθεση καυσόξυλων, οι απαιτήσεις για τις καπνοδόχους και η επίδραση του καπνού στη γειτονιά.
Ένα αναμμένο τζάκι δημιουργεί μια γνώριμη εικόνα θαλπωρής. Στην πυκνοκατοικημένη Αθήνα, όμως, η φωτιά μέσα σε ένα σπίτι συνδέεται και με τον αέρα έξω από αυτό. Ο καπνός που απομακρύνεται από την καμινάδα μπορεί να φτάσει σε γειτονικά μπαλκόνια, παράθυρα και κατοικίες. Όταν πολλές εστίες λειτουργούν ταυτόχρονα, η επίδρασή τους ξεπερνά τα όρια ενός οικοδομικού τετραγώνου.
Το ερώτημα αφορά εδώ το συνεχές πολεοδομικό συγκρότημα Αθήνας–Πειραιά: τον Δήμο Αθηναίων, το Περιστέρι, το Αιγάλεω, τον Πειραιά και τις υπόλοιπες συνδεδεμένες αστικές περιοχές. Η μεγάλη διοικητική έκταση της Περιφέρειας Αττικής περιλαμβάνει διαφορετικά περιβάλλοντα και δεν περιγράφει από μόνη της τις συνθήκες αυτής της πυκνής πόλης.
Επιτρέπεται η θέρμανση με ξύλο στην Αθήνα;
Η οικιακή χρήση τζακιού ή ξυλόσομπας δεν απαγορεύεται γενικά επειδή το ακίνητο βρίσκεται μέσα στον αστικό ιστό. Η απάντηση, ωστόσο, προϋποθέτει διάκριση ανάμεσα στη συσκευή, στην κατασκευή που την εξυπηρετεί, στο καύσιμο και στον τρόπο λειτουργίας.
Η νομοθεσία διακρίνει την τοπική θέρμανση, όπου η θερμότητα παράγεται και αποδίδεται στον ίδιο χώρο, από τα συστήματα κεντρικής θέρμανσης. Ένα τζάκι ή μια συνηθισμένη ξυλόσομπα δεν πρέπει επομένως να αντιμετωπίζεται αυτόματα σαν εγκατάσταση λέβητα. Παράλληλα, απαγορεύεται η καύση πλαστικών, ελαστικών, χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και απορριμμάτων και στα τζάκια και στις σόμπες.
Επίσης, ο κυκλοφοριακός Δακτύλιος δεν καθορίζει τη νομιμότητα μιας οικιακής εστίας. Διαφορετικό ζήτημα αποτελούν οι ειδικές ρυθμίσεις του ιστορικού κέντρου για επαγγελματικές χρήσεις και κεντρική θέρμανση κατοικιών. Η ακριβής θέση και η χρήση του κτιρίου έχουν σημασία όταν εξετάζεται συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Τα καυσόξυλα κυκλοφορούν νόμιμα, αλλά δεν είναι όλα τα ξύλα καύσιμο
Η εμπορία καυσόξυλων είναι νόμιμη δραστηριότητα. Οι κανόνες διάθεσης προβλέπουν ενημέρωση για το είδος και την τιμή, καθώς και μέτρηση με χωρικό κυβικό μέτρο στοιβαχτού ή χύδην. Οι δύο μονάδες περιλαμβάνουν διαφορετική διάταξη των ξύλων και των κενών τους, γι’ αυτό ο καταναλωτής χρειάζεται να γνωρίζει τι αγοράζει.
Υπάρχουν όμως σαφή όρια: ξυλεία εμποτισμένη με πισσέλαιο ή άλατα και τεχνητά συγκολλημένα προϊόντα, όπως νοβοπάν, MDF και κόντρα πλακέ, δεν επιτρέπεται να πωλούνται ή να διατίθενται δωρεάν προς καύση. Ένα παλιό έπιπλο ή ένα οικοδομικό υπόλειμμα δεν γίνεται κατάλληλο καυσόξυλο επειδή είναι ξύλινο.
Η καταλληλότητα του καυσίμου και η υγρασία του επηρεάζουν τη λειτουργία της συσκευής. Χρειάζονται κατάλληλες πιστοποιημένες κατασκευές, εγκατάσταση από συνεργεία με τις αναγκαίες γνώσεις και στερεό καύσιμο χωρίς υψηλή υγρασία. Η επιλογή της συσκευής και του ξύλου χρειάζεται να ακολουθεί και τις οδηγίες του κατασκευαστή.
Το «μπουρί» είναι μέρος μιας εγκατάστασης
Η απαγωγή των καυσαερίων χρειάζεται σχεδιασμό. Δεν αρκεί ένας μεταλλικός σωλήνας να οδηγεί τον καπνό έξω από το δωμάτιο. Πρέπει να εξετάζονται ο ελκυσμός, τα υλικά, η στεγανότητα, η διαδρομή και η θέση της απόληξης.
Οι ισχύοντες κτιριοδομικοί κανόνες περιλαμβάνουν ειδικές προβλέψεις για τις τοπικές θερμάνσεις και διαφορετικές απαιτήσεις για τις καπνοδόχους θερμαστρών και ανοικτών εστιών. Γι’ αυτό δεν είναι σωστό να εφαρμόζεται ένας μοναδικός εμπειρικός κανόνας σε κάθε τζάκι, σόμπα ή μεταλλικό καπναγωγό.
Η κατασκευή τζακιού με καπνοδόχο σε οριζόντια ιδιοκτησία κατοικίας προβλέπεται στη διαδικασία έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας, με τεχνική τεκμηρίωση. Αν οι εργασίες αφορούν κοινόκτητα τμήματα, όπως όψεις και στέγη, εξετάζονται και οι συναινέσεις. Η αγορά μιας σόμπας δεν λύνει από μόνη της τα πολεοδομικά και ιδιοκτησιακά ζητήματα της εγκατάστασής της.
Όταν ο καπνός φτάνει στο διπλανό σπίτι
Η νομιμότητα δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη μιας συσκευής ή μιας καμινάδας. Χρειάζεται να εξετάζεται και η πραγματική επίδραση της λειτουργίας τους.
Η νομοθεσία για τις εκπομπές από γειτονικά ακίνητα λαμβάνει υπόψη τη σημαντική επιβάρυνση της χρήσης του ακινήτου και τη συνήθη χρήση στην περιοχή. Δεν σημαίνει ότι κάθε μυρωδιά συνεπάγεται παράβαση, ούτε ότι ο ιδιοκτήτης μιας εστίας έχει απεριόριστο δικαίωμα εκπομπής καπνού.
Επαναλαμβανόμενη είσοδος καπνού σε κατοικίες, αποθέσεις αιθάλης ή προβλήματα από τη θέση μιας απόληξης δικαιολογούν τεχνικό και διοικητικό έλεγχο. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες γειτνίασης και διαπιστωμένης ενόχλησης, μπορεί να επιβληθεί ανύψωση της καπνοδόχου ή άλλα μέτρα. Η αξιολόγηση αφορά την πραγματική εγκατάσταση και το περιβάλλον της.
Η αιθαλομίχλη δεν είναι απλώς δυσάρεστη μυρωδιά
Η συμβολή της οικιακής καύσης ξύλου στη χειμερινή ρύπανση της Αθήνας έχει καταγραφεί επιστημονικά. Μετρήσεις στην πόλη έχουν συνδέσει τη νυχτερινή λειτουργία συστημάτων θέρμανσης με αυξημένες συγκεντρώσεις ρύπων από καύση βιομάζας. Οι μετεωρολογικές συνθήκες, ιδίως ο ασθενής άνεμος και η περιορισμένη ανάμειξη του αέρα, μπορούν να εντείνουν τη συσσώρευσή τους.
Η σημασία του φαινομένου δεν περιορίζεται στην ορατότητα. Οι εκπομπές από θέρμανση με ξύλο και άνθρακα συνδέονται με επιπτώσεις στο αναπνευστικό και καρδιαγγειακό σύστημα. Ρύποι μπορούν επίσης να εισέρχονται στα σπίτια από τον εξωτερικό αέρα. Επομένως, το ότι ο καπνός απομακρύνθηκε από το δωμάτιο όπου βρίσκεται η εστία δεν σημαίνει ότι έπαψε να αποτελεί έκθεση για άλλους ανθρώπους.
Το πλαίσιο αντιμετώπισης της αιθαλομίχλης προβλέπει συστάσεις αποφυγής ή διακοπής χρήσης τζακιών και θερμαστρών σε επεισόδια υψηλών συγκεντρώσεων αιωρούμενων σωματιδίων PM10. Η ενεργοποίηση των μέτρων συνδέεται με επίσημη ανακοίνωση, ενώ μπορούν να λαμβάνονται και πρόσθετα μέτρα. Πρέπει λοιπόν να διαβάζεται η πραγματική ανακοίνωση: ποια περιοχή αφορά, για πόσο ισχύει και αν περιέχει σύσταση ή δεσμευτικό περιορισμό.
Η θέρμανση μιας κατοικίας αφορά και τη γειτονιά
Το ξύλο μπορεί να αποτελεί διαθέσιμη πηγή θέρμανσης, αλλά η χρήση του μέσα σε μια πυκνή πόλη απαιτεί αξιολόγηση των εκπομπών και της γειτνίασης. Η προέλευση ενός καυσίμου από βιομάζα δεν το καθιστά αυτομάτως καθαρό για τον αέρα της γειτονιάς.
Η επιλογή θέρμανσης χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες του νοικοκυριού, το κτίριο, την κατανάλωση και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Λύσεις χωρίς τοπική καύση, όπως η ηλεκτρική θέρμανση, αποφεύγουν τις εκπομπές καπνού στο σημείο χρήσης. Η καταλληλότητα και η οικονομική τους απόδοση εξετάζονται χωριστά για κάθε κατοικία.
Για την Αθήνα, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς εξασφαλίζεται επαρκής θέρμανση χωρίς να μεταφέρεται δυσανάλογο κόστος στους ανθρώπους που κατοικούν δίπλα. Αυτό προϋποθέτει κατάλληλα καύσιμα, σωστή εγκατάσταση, έλεγχο των προβλημάτων και πρόσβαση των νοικοκυριών σε καθαρότερες επιλογές. Η θαλπωρή του σπιτιού και ο καθαρός αέρας της πόλης χρειάζεται να αντιμετωπίζονται ως κοινές ανάγκες.
eForest